Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Panicky

/pænɪki/

adjective

1. Thrown into a state of intense fear or desperation

  • "Became panicky as the snow deepened"
  • "Felt panicked before each exam"
  • "Trying to keep back the panic-stricken crowd"
  • "The terrified horse bolted"
    synonym:
  • panicky
  • ,
  • panicked
  • ,
  • panic-stricken
  • ,
  • panic-struck
  • ,
  • terrified
  • ,
  • frightened

1. Ρίχτηκε σε μια κατάσταση έντονου φόβου ή απελπισίας

  • "Πανικοβλήθηκε καθώς το χιόνι βάθυνε"
  • "Πανικοβλήθηκε πριν από κάθε εξέταση"
  • "Προσπαθώντας να κρατήσει πίσω το πλήθος που πλήττεται από τον πανικό"
  • "Το τρομοκρατημένο άλογο αμπαρώνει"
συνώνυμο:
  • πανικόβλητοσ,
  • πανικοβλήθηκε,
  • πανικός,
  • πανικός,
  • τρομοκρατημένος,
  • φοβισμένος