Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Pang

/pæŋ/

noun

1. A sudden sharp feeling

  • "Pangs of regret"
  • "She felt a stab of excitement"
  • "Twinges of conscience"
    synonym:
  • pang
  • ,
  • stab
  • ,
  • twinge

1. Ένα ξαφνικό αίσθημα

  • "Τραγούδια της λύπης"
  • "Ένιωσε μια μαχαιριά ενθουσιασμού"
  • "Πτέρυγες συνείδησης"
συνώνυμο:
  • παγκ,
  • μαχαιρώ,
  • τουίνγκ

2. A mental pain or distress

  • "A pang of conscience"
    synonym:
  • pang
  • ,
  • sting

2. Ένας ψυχικός πόνος ή δυσφορία

  • "Μια παλάμη συνείδησης"
συνώνυμο:
  • παγκ,
  • τσίμπημα

3. A sharp spasm of pain

    synonym:
  • pang

3. Ένας αιχμηρός σπασμός πόνου

συνώνυμο:
  • παγκ