Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Painstaking

/penstekɪŋ/

adjective

1. Characterized by extreme care and great effort

  • "Conscientious application to the work at hand"
  • "Painstaking research"
  • "Scrupulous attention to details"
    synonym:
  • conscientious
  • ,
  • painstaking
  • ,
  • scrupulous

1. Χαρακτηρίζεται από ακραία φροντίδα και μεγάλη προσπάθεια

  • "Ευσυνείδητη εφαρμογή στην εργασία στο χέρι"
  • "Παρακινούμενη έρευνα"
  • "Ευσεβής προσοχή στις λεπτομέρειες"
συνώνυμο:
  • συνείδηση,
  • επίπονη,
  • ευσεβήσ