Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Painkiller

/penkɪlər/

noun

1. A medicine used to relieve pain

    synonym:
  • analgesic
  • ,
  • anodyne
  • ,
  • painkiller
  • ,
  • pain pill

1. Ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για την ανακούφιση του πόνου

συνώνυμο:
  • αναλγητικό,
  • ανώδυνο,
  • παυσίπονο,
  • χάπι πόνου

Examples of using

I need a painkiller.
Χρειάζομαι ένα παυσίπονο.
If you have pain, take a painkiller.
Εάν έχετε πόνο, πάρτε ένα παυσίπονο.