Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Overwhelming

/oʊvərwɛlmɪŋ/

adjective

1. So strong as to be irresistible

  • "An overpowering need for solitude"
  • "The temptation to despair may become overwhelming"
  • "An overwhelming majority"
    synonym:
  • overpowering
  • ,
  • overwhelming

1. Τόσο δυνατό ώστε να είναι ακαταμάχητο

  • "Μια υπερβολική ανάγκη για μοναξιά"
  • "Ο πειρασμός της απελπισίας μπορεί να γίνει συντριπτικός"
  • "Συντριπτική πλειοψηφία"
συνώνυμο:
  • υπερβολική ενέργεια,
  • συντριπτικός

2. Very intense

  • "Politics is his consuming passion"
  • "Overwhelming joy"
    synonym:
  • consuming
  • ,
  • overwhelming

2. Πολύ έντονη

  • "Η πολιτική είναι το πάθος του"
  • "Καταστροφική χαρά"
συνώνυμο:
  • καταναλώνοντασ,
  • συντριπτικός