Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Overly

/oʊvərli/

adverb

1. To a degree exceeding normal or proper limits

  • "Too big"
    synonym:
  • excessively
  • ,
  • overly
  • ,
  • to a fault
  • ,
  • too

1. Σε βαθμό που υπερβαίνει τα κανονικά ή κατάλληλα όρια

  • "Πολύ μεγάλο"
συνώνυμο:
  • υπερβολικά,
  • υπερβολικά,
  • λάθος,
  • επίσης