Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "overgrown" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "υπερβολικό" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Overgrown

[Καταστραφεί]
/oʊvərgroʊn/

adjective

1. Covered with growing plants

    synonym:
  • overgrown

1. Καλύπτεται με φυτά καλλιέργειας

    συνώνυμο:
  • καταστραφεί

2. Abounding in usually unwanted vegetation

    synonym:
  • overgrown

2. Αφθονώντας συνήθως ανεπιθύμητη βλάστηση

    συνώνυμο:
  • καταστραφεί