Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "overcast" into Greek language

Μεταφραστική έννοια και ορισμός της λέξης "προβληματισμός" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Overcast

[Επικαλυπτόμενη]
/oʊvərkæst/

noun

1. The state of the sky when it is covered by clouds

    synonym:
  • cloudiness
  • ,
  • cloud cover
  • ,
  • overcast

1. Η κατάσταση του ουρανού όταν καλύπτεται από σύννεφα

συνώνυμο:
  • θολότητα,
  • κάλυμμα νεφών,
  • παραγεμίζω

2. Gloomy semidarkness caused by cloud cover

    synonym:
  • cloudiness
  • ,
  • overcast

2. Ζοφερή ημι-ακρίβεια που προκαλείται από την κάλυψη σύννεφων

συνώνυμο:
  • θολότητα,
  • παραγεμίζω

3. A long whipstitch or overhand stitch overlying an edge to prevent raveling

    synonym:
  • overcast
  • ,
  • overcasting

3. Μια μακριά βελονιά ή βελονιά που υπερβαίνει μια άκρη για να αποτρέψει το τραβήγματος

συνώνυμο:
  • παραγεμίζω,
  • υπερφόρτωση

4. A cast that falls beyond the intended spot

    synonym:
  • overcast

4. Ένα καστ που πέφτει πέρα από το προβλεπόμενο σημείο

συνώνυμο:
  • παραγεμίζω

verb

1. Make overcast or cloudy

  • "Fall weather often overcasts our beaches"
    synonym:
  • overcast
  • ,
  • cloud

1. Κάντε νεφελώδη ή νεφελώδη

  • "Ο ψηλός καιρός συχνά υπερκαλύπτει τις παραλίες μας"
συνώνυμο:
  • παραγεμίζω,
  • σύννεφο

2. Sew over the edge of with long slanting wide stitches

    synonym:
  • overcast

2. Ράψτε πάνω από την άκρη του με μεγάλα φαρδιά ράμματα

συνώνυμο:
  • παραγεμίζω

3. Sew with an overcast stitch from one section to the next

  • "Overcast books"
    synonym:
  • overcast

3. Ράψτε με μια βελονιά από το ένα τμήμα στο επόμενο

  • "Βιβλία επικαλεσμένα"
συνώνυμο:
  • παραγεμίζω

adjective

1. Filled or abounding with clouds

    synonym:
  • cloud-covered
  • ,
  • clouded
  • ,
  • overcast
  • ,
  • sunless

1. Γεμάτο ή αφθονία με σύννεφα

συνώνυμο:
  • καλυμμένος με σύννεφα,
  • θολώνω,
  • παραγεμίζω,
  • ανήλιος