Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Outlandish

/aʊtlændɪʃ/

adjective

1. Conspicuously or grossly unconventional or unusual

  • "Restaurants of bizarre design--one like a hat, another like a rabbit"
  • "Famed for his eccentric spelling"
  • "A freakish combination of styles"
  • "His off-the-wall antics"
  • "The outlandish clothes of teenagers"
  • "Outre and affected stage antics"
    synonym:
  • bizarre
  • ,
  • eccentric
  • ,
  • freakish
  • ,
  • freaky
  • ,
  • flaky
  • ,
  • flakey
  • ,
  • gonzo
  • ,
  • off-the-wall
  • ,
  • outlandish
  • ,
  • outre

1. Εμφανώς ή κατάφωρα μη συμβατική ή ασυνήθιστη

  • "Εστιατόρια παράξενου σχεδιασμού - ένα σαν καπέλο, ένα άλλο σαν κουνέλι"
  • "Αφοσιώθηκε για την εκκεντρική ορθογραφία" του"
  • "Ένας φρικτός συνδυασμός στυλ"
  • "Οι αντίκες του εκτός τοίχου"
  • "Τα εξωφρενικά ρούχα των εφήβων"
  • "Εξωτερικές και επηρεασμένες αντικείμενα"
συνώνυμο:
  • παράξενος,
  • εκκεντρικόσ,
  • φρικτόσ,
  • φρικιό,
  • φλάκε,
  • νιφάδα,
  • γκόντσο,
  • εκτός τοίχου,
  • εξωφρενικόσ,
  • εξωτερικόσ