Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Orthodoxy

/ɔrθədɑksi/

noun

1. The quality of being orthodox (especially in religion)

    synonym:
  • orthodoxy

1. Η ποιότητα του να είσαι ορθόδοξος (ειδικά στη θρησκεία)

συνώνυμο:
  • ορθοδοξία

2. A belief or orientation agreeing with conventional standards

    synonym:
  • orthodoxy

2. Μια πεποίθηση ή προσανατολισμός που συμφωνεί με τα συμβατικά πρότυπα

συνώνυμο:
  • ορθοδοξία