Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Oriental

/ɔriɛntəl/

noun

1. A member of an oriental race

  • The term is regarded as offensive by asians (especially by asian americans)
    synonym:
  • Oriental
  • ,
  • oriental person

1. Μέλος ανατολικής φυλής

  • Ο όρος θεωρείται προσβλητικός από τους ασιάτες (ειδικά από τους ασιάτες αμερικανούς)
συνώνυμο:
  • Ανατολίτικη,
  • ανατολίτικο άτομο

adjective

1. Denoting or characteristic of countries of asia

  • "Oriental civilization"
    synonym:
  • oriental

1. Υποδηλώνει ή χαρακτηριστικό των χωρών της ασίας

  • "Ανατολικός πολιτισμός"
συνώνυμο:
  • ανατολίτικος