Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Orchestra

/ɔrkəstrə/

noun

1. A musical organization consisting of a group of instrumentalists including string players

    synonym:
  • orchestra

1. Μια μουσική οργάνωση που αποτελείται από μια ομάδα οργανολόγων, συμπεριλαμβανομένων των παικτών εγχόρδων

συνώνυμο:
  • ορχήστρα

2. Seating on the main floor in a theater

    synonym:
  • orchestra

2. Καθίσματα στον κύριο όροφο σε ένα θέατρο

συνώνυμο:
  • ορχήστρα

Examples of using

Who is conducting the orchestra tonight?
Ποιος διευθύνει την ορχήστρα απόψε?
What compositions will the orchestra play tonight?
Ποιες συνθέσεις θα παίξει η ορχήστρα απόψε?
In the year 100, he directed an orchestra in Bamberg.
Το έτος 100 σκηνοθέτησε ορχήστρα στο Μπάμπεργκ.