Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Opinionated

/əpɪnjənetɪd/

adjective

1. Obstinate in your opinions

    synonym:
  • opinionated
  • ,
  • opinionative
  • ,
  • self-opinionated

1. Επίμονος στις απόψεις σας

συνώνυμο:
  • γνωμοδοτήσεισ,
  • γνωμοδοτικόσ,
  • αυτοαναφορικά

Examples of using

There's a balance between touting the equal merit of everything and being closed-mindedly opinionated, that I'm still trying to find.
Υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στην ισότητα των πάντων και στην κλειστή γνώμη, που ακόμα προσπαθώ να βρω.