Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Oncoming

/ɔnkəmɪŋ/

noun

1. The beginning or early stages

  • "The onset of pneumonia"
    synonym:
  • onset
  • ,
  • oncoming

1. Η αρχή ή τα πρώτα στάδια

  • "Η εμφάνιση της πνευμονίας"
συνώνυμο:
  • έναρξη,
  • επερχόμενοσ

adjective

1. Moving toward one

    synonym:
  • oncoming

1. Προχωρώντας προς το ένα

συνώνυμο:
  • επερχόμενοσ

Examples of using

He failed to see the stop sign at the intersection and hit an oncoming car.
Δεν κατάφερε να δει την πινακίδα στάσης στη διασταύρωση και χτύπησε ένα επερχόμενο αυτοκίνητο.