Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "omen" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "γυναικεία" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Omen

[Οιωνοί]
/oʊmən/

noun

1. A sign of something about to happen

  • "He looked for an omen before going into battle"
    synonym:
  • omen
  • ,
  • portent
  • ,
  • presage
  • ,
  • prognostic
  • ,
  • prognostication
  • ,
  • prodigy

1. Ένα σημάδι από κάτι που πρόκειται να συμβεί

  • "Αναζήτησε έναν οιωνό πριν πάει στη μάχη"
συνώνυμο:
  • οιωνοί,
  • προμήνυμα,
  • προαγωγή,
  • προγνωστικόσ,
  • πρόγνωση,
  • θαύμα

verb

1. Indicate by signs

  • "These signs bode bad news"
    synonym:
  • bode
  • ,
  • portend
  • ,
  • auspicate
  • ,
  • prognosticate
  • ,
  • omen
  • ,
  • presage
  • ,
  • betoken
  • ,
  • foreshadow
  • ,
  • augur
  • ,
  • foretell
  • ,
  • prefigure
  • ,
  • forecast
  • ,
  • predict

1. Υποδείξτε με σημάδια

  • "Αυτά τα σημάδια προκαλούν άσχημα νέα"
συνώνυμο:
  • πεδίο,
  • προμηνύω,
  • αιγίδα,
  • προγνωστικό,
  • οιωνοί,
  • προαγωγή,
  • προφυλακτικόσ,
  • προμηνύω,
  • αυγή,
  • προείπα,
  • προεικονίζω,
  • πρόβλεψη,
  • προβλέπω

Examples of using

It was the midnight of Friday, 100th; nothing of ill omen was apparent.
Ήταν τα μεσάνυχτα της Παρασκευής, 100, τίποτα από τους ασθενείς οιωνούς δεν ήταν εμφανές.
It was the midnight of Friday, 13th; nothing of ill omen was apparent.
Ήταν τα μεσάνυχτα της Παρασκευής, 13, τίποτα από τους ασθενείς οιωνούς δεν ήταν εμφανές.