Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Ohm

/oʊm/

noun

1. A unit of electrical resistance equal to the resistance between two points on a conductor when a potential difference of one volt between them produces a current of one ampere

    synonym:
  • ohm

1. Μια μονάδα ηλεκτρικής αντίστασης ίση με την αντίσταση μεταξύ δύο σημείων σε έναν αγωγό όταν μια πιθανή διαφορά ενός βολτ μεταξύ τους

συνώνυμο:
  • ωμ

2. German physicist who formulated ohm's law (1787-1854)

    synonym:
  • Ohm
  • ,
  • Georg Simon Ohm

2. Γερμανός φυσικός που διατύπωσε το νόμο του ωμ (1787-1854)

συνώνυμο:
  • Ωμ,
  • Γκέοργκ Σάιμον Ο