Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Nude

/nud/

noun

1. A painting of a naked human figure

    synonym:
  • nude
  • ,
  • nude painting

1. Ένας πίνακας γυμνής ανθρώπινης φιγούρας

συνώνυμο:
  • γυμνός,
  • γυμνή ζωγραφική

2. Without clothing (especially in the phrase `in the nude')

  • "They swam in the nude"
    synonym:
  • nude

2. Χωρίς ρούχα (ειδικά στη φράση `στο γυμνό )

  • "Κολύμπησαν στο γυμνό"
συνώνυμο:
  • γυμνός

3. A naked person

    synonym:
  • nude
  • ,
  • nude person

3. Ένας γυμνός άνθρωπος

συνώνυμο:
  • γυμνός,
  • γυμνός άνθρωπος

4. A statue of a naked human figure

    synonym:
  • nude
  • ,
  • nude sculpture
  • ,
  • nude statue

4. Ένα άγαλμα γυμνής ανθρώπινης φιγούρας

συνώνυμο:
  • γυμνός,
  • γυμνό γλυπτό,
  • άγαλμα γυμνό

adjective

1. Completely unclothed

  • "Bare bodies"
  • "Naked from the waist up"
  • "A nude model"
    synonym:
  • bare
  • ,
  • au naturel(p)
  • ,
  • naked
  • ,
  • nude

1. Εντελώς απελευθερωμένο

  • "Γυμνά σώματα"
  • "Γυμνή από τη μέση προς τα πάνω"
  • "Γυμνό μοντέλο"
συνώνυμο:
  • γυμνόσ,
  • μελιτζάνι φύσης,
  • γυμνός,
  • γυμνός

Examples of using

What's wrong with being nude in your own house?
Τι συμβαίνει με το να είσαι γυμνός στο σπίτι σου?
Tom wanted Mary to pose in the nude for his painting, but she refused to do so.
Ο Τομ ήθελε η Μαίρη να ποζάρει γυμνή για τον πίνακά του, αλλά αρνήθηκε να το κάνει.