Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Nosy

/noʊzi/

adjective

1. Offensively curious or inquisitive

  • "Curious about the neighbor's doings"
  • "He flipped through my letters in his nosy way"
  • "Prying eyes"
  • "The snoopy neighbor watched us all day"
    synonym:
  • nosy
  • ,
  • nosey
  • ,
  • prying
  • ,
  • snoopy

1. Επιθετικά περίεργος ή περίεργος

  • "Εξαγριωμένος για τα πράγματα του γείτονα"
  • "Αναποδογύρισε τα γράμματά μου με τον άνετο τρόπο του"
  • "Αδιάκριτα μάτια"
  • "Ο γείτονας μας παρακολουθούσε όλη μέρα"
συνώνυμο:
  • νόησ,
  • μύτη,
  • αναβολή,
  • αντιγραφή