Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Nineteenth

/naɪntinθ/

noun

1. Position 19 in a countable series of things

    synonym:
  • nineteenth

1. Θέση 19 σε μια μετρήσιμη σειρά πραγμάτων

συνώνυμο:
  • δέκατοσ ένατοσ

adjective

1. Coming next after the eighteenth in position

    synonym:
  • nineteenth
  • ,
  • 19th

1. Ερχόμενοι μετά το δέκατο όγδοο στη θέση του

συνώνυμο:
  • δέκατοσ ένατοσ,
  • 19ος