Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "nervous" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "νευρικό" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Nervous

[Νευρικό]
/nərvəs/

adjective

1. Easily agitated

  • "A nervous addict"
  • "A nervous thoroughbred"
    synonym:
  • nervous

1. Εύκολα αναστατωμένος

  • "Νευρικός εξαρτημένος"
  • "Νευρικό καθαρόαιμο"
συνώνυμο:
  • νευρικός

2. Causing or fraught with or showing anxiety

  • "Spent an anxious night waiting for the test results"
  • "Cast anxious glances behind her"
  • "Those nervous moments before takeoff"
  • "An unquiet mind"
    synonym:
  • anxious
  • ,
  • nervous
  • ,
  • queasy
  • ,
  • uneasy
  • ,
  • unquiet

2. Προκαλώντας ή γεμάτη με ή δείχνοντας άγχος

  • "Πέρασε μια ανήσυχη νύχτα περιμένοντας τα αποτελέσματα των εξετάσεων"
  • "Ανήσυχη ματιά πίσω της"
  • "Αυτές οι νευρικές στιγμές πριν την απογείωση"
  • "Ένα ανήσυχο μυαλό"
συνώνυμο:
  • ανήσυχος,
  • νευρικός,
  • βασιλικόσ,
  • ανήσυχος,
  • ανίκανος

3. Of or relating to the nervous system

  • "Nervous disease"
  • "Neural disorder"
    synonym:
  • nervous
  • ,
  • neural

3. Από ή σχετίζονται με το νευρικό σύστημα

  • "Νευρική ασθένεια"
  • "Νευρική διαταραχή"
συνώνυμο:
  • νευρικός,
  • νευρωνικόσ

4. Excited in anticipation

    synonym:
  • aflutter
  • ,
  • nervous

4. Ενθουσιασμένος εν αναμονή

συνώνυμο:
  • αφλούτερ,
  • νευρικός

5. Unpredictably excitable (especially of horses)

    synonym:
  • skittish
  • ,
  • flighty
  • ,
  • spooky
  • ,
  • nervous

5. Απρόβλεπτα ευερέθιστο (ειδικά των αλόγων)

συνώνυμο:
  • απατηλόσ,
  • αεροσυνοδός,
  • τρομακτικός,
  • νευρικός

Examples of using

What're you so nervous about?
Για τι είσαι τόσο νευρικός?
What are you so nervous about?
Για τι είσαι τόσο νευρικός?
They became more and more nervous.
Γίνονταν όλο και πιο νευρικοί.