Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Neon

/niɑn/

noun

1. A colorless odorless gaseous element that give a red glow in a vacuum tube

  • One of the six inert gasses
  • Occurs in the air in small amounts
    synonym:
  • neon
  • ,
  • Ne
  • ,
  • atomic number 10

1. Ένα άχρωμο άοσμο αέριο στοιχείο που δίνει μια κόκκινη λάμψη σε ένα σωλήνα κενού

  • Ένα από τα έξι αδρανή αέρια
  • Εμφανίζεται στον αέρα σε μικρές ποσότητες
συνώνυμο:
  • νέον,
  • Νε,
  • ατομικός αριθμός 10

Examples of using

Helium, neon, argon, krypton, xenon and radon are noble gases.
Το ήλιο, το νέον, το αργό, το κρυπτόνιο, το ξένο και το ραδόνιο είναι ευγενή αέρια.