Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Neglect

/nəglɛkt/

noun

1. Lack of attention and due care

    synonym:
  • disregard
  • ,
  • neglect

1. Έλλειψη προσοχής και φροντίδας

συνώνυμο:
  • αγνόηση,
  • παραμέληση

2. The state of something that has been unused and neglected

  • "The house was in a terrible state of neglect"
    synonym:
  • neglect
  • ,
  • disuse

2. Η κατάσταση κάτι που έχει αχρησιμοποιηθεί και παραμεληθεί

  • "Το σπίτι ήταν σε μια τρομερή κατάσταση παραμέλησης"
συνώνυμο:
  • παραμέληση,
  • αποσυνδέω

3. Willful lack of care and attention

    synonym:
  • disregard
  • ,
  • neglect

3. Εσκεμμένη έλλειψη φροντίδας και προσοχής

συνώνυμο:
  • αγνόηση,
  • παραμέληση

4. The trait of neglecting responsibilities and lacking concern

    synonym:
  • negligence
  • ,
  • neglect
  • ,
  • neglectfulness

4. Το χαρακτηριστικό της παραμέλησης ευθυνών και της έλλειψης ανησυχίας

συνώνυμο:
  • αμέλεια,
  • παραμέληση,
  • παραμέληση

5. Failure to act with the prudence that a reasonable person would exercise under the same circumstances

    synonym:
  • negligence
  • ,
  • carelessness
  • ,
  • neglect
  • ,
  • nonperformance

5. Αποτυχία να ενεργήσει με τη σύνεση που ένα λογικό άτομο θα ασκήσει υπό τις ίδιες συνθήκες

συνώνυμο:
  • αμέλεια,
  • απροσεξία,
  • παραμέληση,
  • μη απόδοση

verb

1. Leave undone or leave out

  • "How could i miss that typo?"
  • "The workers on the conveyor belt miss one out of ten"
    synonym:
  • neglect
  • ,
  • pretermit
  • ,
  • omit
  • ,
  • drop
  • ,
  • miss
  • ,
  • leave out
  • ,
  • overlook
  • ,
  • overleap

1. Αφήστε το να αναιρεθεί ή να φύγει έξω

  • "Πώς να χάσω αυτό το τυπογραφικό λάθος?"
  • "Οι εργαζόμενοι στη ζώνη μεταφορέων χάνουν ένα στα δέκα"
συνώνυμο:
  • παραμέληση,
  • προετοιμάζω,
  • παραλείπω,
  • πτώση,
  • απολαμβάνω,
  • αφήνω έξω,
  • παραβλέπω,
  • υπερχείλιση

2. Fail to do something

  • Leave something undone
  • "She failed to notice that her child was no longer in his crib"
  • "The secretary failed to call the customer and the company lost the account"
    synonym:
  • fail
  • ,
  • neglect

2. Αποτυχία να κάνει κάτι

  • Αφήστε κάτι να αναιρεθεί
  • "Απέτυχε να παρατηρήσει ότι το παιδί της δεν ήταν πλέον στο παχνί του"
  • "Ο γραμματέας απέτυχε να καλέσει τον πελάτη και η εταιρεία έχασε το λογαριασμό"
συνώνυμο:
  • αποτυγχάνω,
  • παραμέληση

3. Fail to attend to

  • "He neglects his children"
    synonym:
  • neglect

3. Αποτυγχάνω να παρακολουθήσω

  • "Παραμελεί τα παιδιά του"
συνώνυμο:
  • παραμέληση

4. Give little or no attention to

  • "Disregard the errors"
    synonym:
  • neglect
  • ,
  • ignore
  • ,
  • disregard

4. Δώστε λίγη ή καθόλου προσοχή

  • "Αποσυνδέστε τα λάθη"
συνώνυμο:
  • παραμέληση,
  • αγνοώ,
  • αγνόηση

Examples of using

The house shows signs of neglect.
Το σπίτι δείχνει σημάδια παραμέλησης.
Perpetual devotion to what a man calls his business, is only to be sustained by perpetual neglect of many other things.
Η αέναη αφοσίωση σε αυτό που ένας άνθρωπος αποκαλεί την επιχείρησή του, πρέπει να διατηρείται μόνο με διαρκή παραμέληση.
Some students neglect their studies in favor of sports.
Μερικοί μαθητές παραμελούν τις σπουδές τους υπέρ του αθλητισμού.