Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Nay

/ne/

noun

1. A negative

  • "The nays have it"
    synonym:
  • nay

1. Αρνητικός

  • "Οι νύχτες το έχουν"
συνώνυμο:
  • νέι

adverb

1. Not this merely but also

  • Not only so but
  • "Each of us is peculiar, nay, in a sense unique"
    synonym:
  • nay

1. Όχι απλώς αλλά και

  • Όχι μόνο έτσι αλλά
  • "Κάθε ένας από εμάς είναι περίεργος, όχι, κατά μία έννοια μοναδικός"
συνώνυμο:
  • νέι

Examples of using

The chief object of education is not to learn things; nay, the chief object of education is to unlearn things.
Το κύριο αντικείμενο της εκπαίδευσης δεν είναι να μαθαίνεις πράγματα, όχι, το κύριο αντικείμενο της εκπαίδευσης είναι να ξεμάθεις.