Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Nag

/næg/

noun

1. Someone (especially a woman) who annoys people by constantly finding fault

    synonym:
  • scold
  • ,
  • scolder
  • ,
  • nag
  • ,
  • nagger
  • ,
  • common scold

1. Κάποιος (ειδικά μια γυναίκα) που ενοχλεί τους ανθρώπους βρίσκοντας συνεχώς λάθος

συνώνυμο:
  • επιπλήττω,
  • παραπονιέται,
  • ναγκ,
  • νάγκλερ,
  • κοινή επίπληξη

2. An old or over-worked horse

    synonym:
  • hack
  • ,
  • jade
  • ,
  • nag
  • ,
  • plug

2. Ένα παλιό ή υπερβολικά εργασμένο άλογο

συνώνυμο:
  • επιτίθεμαι,
  • τζαντ,
  • ναγκ,
  • βύσμα

verb

1. Bother persistently with trivial complaints

  • "She nags her husband all day long"
    synonym:
  • nag
  • ,
  • peck
  • ,
  • hen-peck

1. Ενοχληθείτε επίμονα με ασήμαντα παράπονα

  • "Καθησυχάζει τον άντρα της όλη την ημέρα"
συνώνυμο:
  • ναγκ,
  • πεκ,
  • πετιμέζι

2. Worry persistently

  • "Nagging concerns and doubts"
    synonym:
  • nag

2. Ανησυχείτε επίμονα

  • "Ανησυχίες και αμφιβολίες"
συνώνυμο:
  • ναγκ

3. Remind or urge constantly

  • "She nagged to take a vacation"
    synonym:
  • nag

3. Υπενθυμίστε ή παροτρύνετε συνεχώς

  • "Φώναξε να κάνει διακοπές"
συνώνυμο:
  • ναγκ