Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "myriad" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "μυριάδα" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Myriad

[Μυριάδα]
/mɪriəd/

noun

1. A large indefinite number

  • "He faced a myriad of details"
    synonym:
  • myriad

1. Ένας μεγάλος αριθμός αόριστος

  • "Αντιμετώπισε μια μυριάδα λεπτομερειών"
συνώνυμο:
  • μυριάδα

2. The cardinal number that is the product of ten and one thousand

    synonym:
  • ten thousand
  • ,
  • 10000
  • ,
  • myriad

2. Ο καρδινάλιος αριθμός που είναι το προϊόν των δέκα και χίλια

συνώνυμο:
  • δέκα χιλιάδες,
  • 10000,
  • μυριάδα

adjective

1. Too numerous to be counted

  • "Incalculable riches"
  • "Countless hours"
  • "An infinite number of reasons"
  • "Innumerable difficulties"
  • "The multitudinous seas"
  • "Myriad stars"
  • "Untold thousands"
    synonym:
  • countless
  • ,
  • infinite
  • ,
  • innumerable
  • ,
  • innumerous
  • ,
  • multitudinous
  • ,
  • myriad
  • ,
  • numberless
  • ,
  • uncounted
  • ,
  • unnumberable
  • ,
  • unnumbered
  • ,
  • unnumerable

1. Πολλά για να μετρηθούν

  • "Ανυπολόγιστα πλούτη"
  • "Αμέτρητες ώρες"
  • "Άπειρος αριθμός λόγων"
  • "Αναρίθμητες δυσκολίες"
  • "Οι πολυποίκιλες θάλασσες"
  • "Μυριάδες αστέρια"
  • "Πολλές χιλιάδες"
συνώνυμο:
  • αμέτρητοσ,
  • άπειρος,
  • αναρίθμητοσ,
  • ανώνυμος,
  • πολυποίκιλοσ,
  • μυριάδα,
  • αριθμός,
  • αναρίθμητοσ,
  • αναρίθμητοσ,
  • αναρίθμητοσ,
  • αναρίθμητοσ

Examples of using

The Way produces one, one produces two, two produces three, and three produces the myriad things.
Ο Δρόμος παράγει ένα, ο ένας παράγει δύο, δύο παράγει τρία, και τρία παράγει τα μυριάδες πράγματα.