Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Mutt

/mət/

noun

1. An inferior dog or one of mixed breed

    synonym:
  • cur
  • ,
  • mongrel
  • ,
  • mutt

1. Ένα κατώτερο σκυλί ή ένα από μικτή φυλή

συνώνυμο:
  • κουρεύω,
  • μογκρέ,
  • τρυπώ