Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Mule

/mjul/

noun

1. Hybrid offspring of a male donkey and a female horse

  • Usually sterile
    synonym:
  • mule

1. Υβριδικός απόγονος ενός αρσενικού γαϊδουριού και ενός θηλυκού αλόγου

  • Συνήθως αποστειρωμένος
συνώνυμο:
  • μουλάρι

2. A slipper that has no fitting around the heel

    synonym:
  • mule
  • ,
  • scuff

2. Μια παντόφλα που δεν έχει καμία τοποθέτηση γύρω από τη φτέρνα

συνώνυμο:
  • μουλάρι,
  • αποτυχία

Examples of using

He is stubborn as a mule.
Είναι πεισματάρης σαν μουλάρι.
If you mate a horse with an ass you will get a mule.
Αν ζευγαρώσετε ένα άλογο με έναν κώλο θα πάρετε ένα μουλάρι.