Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Moron

/mɔrɑn/

noun

1. A person of subnormal intelligence

    synonym:
  • idiot
  • ,
  • imbecile
  • ,
  • cretin
  • ,
  • moron
  • ,
  • changeling
  • ,
  • half-wit
  • ,
  • retard

1. Ένα άτομο υποφυσικής νοημοσύνης

συνώνυμο:
  • ηλίθιος,
  • υποτίθετοσ,
  • κρήτη,
  • μόρον,
  • αλλαγή,
  • μισό παιδί,
  • καθυστερώ

2. A city in argentina, to the west of buenos aires

    synonym:
  • Moron

2. Μια πόλη στην αργεντινή, στα δυτικά του μπουένος άιρες

συνώνυμο:
  • Μόρον

Examples of using

Do you have any idea how hard it was to get a moron like that elected?
Έχετε ιδέα πόσο δύσκολο ήταν να εκλεγεί ένας βλάκας σαν αυτόν?
You old moron! What do you understand?!
Εσύ γέρο βλάκα! Τι καταλαβαίνετε?!