Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "morgue" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "μαργαρίτα" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Morgue

[Μοργκ]
/mɔrg/

noun

1. A building (or room) where dead bodies are kept before burial or cremation

    synonym:
  • morgue
  • ,
  • mortuary
  • ,
  • dead room

1. Ένα κτίριο ( δωμάτιο) όπου φυλάσσονται νεκρά σώματα πριν από την ταφή ή την αποτέφρωση

    συνώνυμο:
  • νεκροτομείο
  • ,
  • νεκροθάφτησ
  • ,
  • νεκρό δωμάτιο

Examples of using

That white building is a morgue.
Το λευκό κτίριο είναι ένα νεκροτομείο.
That white building is a morgue.
Το λευκό κτίριο είναι ένα νεκροτομείο.