Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Monarchy

/mɑnɑrki/

noun

1. An autocracy governed by a monarch who usually inherits the authority

    synonym:
  • monarchy

1. Μια απολυταρχία που κυβερνάται από έναν μονάρχη που συνήθως κληρονομεί την εξουσία

συνώνυμο:
  • μοναρχία