Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Momentarily

/moʊməntɛrəli/

adverb

1. For an instant or moment

  • "We paused momentarily before proceeding"
  • "A cardinal perched momently on the dogwood branch"
    synonym:
  • momentarily
  • ,
  • momently

1. Για μια στιγμή ή μια στιγμή

  • "Σταματήσαμε στιγμιαία πριν προχωρήσουμε"
  • "Ένας καρδινάλιος σκαρφαλωμένος μαμά στο κλαδί του σκύλου"
συνώνυμο:
  • στιγμιαία,
  • μαμά

2. At any moment

  • "She will be with you momently"
    synonym:
  • momentarily
  • ,
  • momently

2. Ανά πάσα στιγμή

  • "Θα είναι μαζί σου μαμά"
συνώνυμο:
  • στιγμιαία,
  • μαμά