Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Modify

/mɑdəfaɪ/

verb

1. Make less severe or harsh or extreme

  • "Please modify this letter to make it more polite"
  • "He modified his views on same-gender marriage"
    synonym:
  • modify

1. Κάντε λιγότερο σοβαρή ή σκληρή ή ακραία

  • "Παρακαλώ τροποποιήστε αυτή την επιστολή για να την κάνετε πιο ευγενική"
  • "Τροποποίησε τις απόψεις του για το γάμο των ίδιων φύλων"
συνώνυμο:
  • τροποποιώ

2. Add a modifier to a constituent

    synonym:
  • modify
  • ,
  • qualify

2. Προσθήκη τροποποιητή σε ένα συστατικό

συνώνυμο:
  • τροποποιώ,
  • πληρώνω

3. Cause to change

  • Make different
  • Cause a transformation
  • "The advent of the automobile may have altered the growth pattern of the city"
  • "The discussion has changed my thinking about the issue"
    synonym:
  • change
  • ,
  • alter
  • ,
  • modify

3. Αιτία αλλαγής

  • Κάνω διαφορετικό
  • Προκαλώ μεταμόρφωση
  • "Η έλευση του αυτοκινήτου μπορεί να έχει αλλάξει το μοτίβο ανάπτυξης της πόλης"
  • "Η συζήτηση έχει αλλάξει τη σκέψη μου για το θέμα"
συνώνυμο:
  • αλλαγή,
  • αλλάζω,
  • τροποποιώ

Examples of using

We want to modify the regulations of our school.
Θέλουμε να τροποποιήσουμε τους κανονισμούς του σχολείου μας.