Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Moderator

/mɑdəretər/

noun

1. Any substance used to slow down neutrons in nuclear reactors

    synonym:
  • moderator

1. Οποιαδήποτε ουσία χρησιμοποιείται για την επιβράδυνση των νετρονίων σε πυρηνικούς αντιδραστήρες

συνώνυμο:
  • συντονιστήσ

2. In the presbyterian church, the officer who presides over a synod or general assembly

    synonym:
  • moderator

2. Στην πρεσβυτεριανή εκκλησία, ο αξιωματικός που προεδρεύει σε μια σύνοδο ή γενική συνέλευση

συνώνυμο:
  • συντονιστήσ

3. Someone who presides over a forum or debate

    synonym:
  • moderator

3. Κάποιος που προεδρεύει σε ένα φόρουμ ή συζήτηση

συνώνυμο:
  • συντονιστήσ

4. Someone who mediates disputes and attempts to avoid violence

    synonym:
  • moderator

4. Κάποιος που μεσολαβεί διαφορών και προσπαθεί να αποφύγει τη βία

συνώνυμο:
  • συντονιστήσ