Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Moan

/moʊn/

noun

1. An utterance expressing pain or disapproval

    synonym:
  • groan
  • ,
  • moan

1. Μια ομιλία που εκφράζει πόνο ή αποδοκιμασία

συνώνυμο:
  • βουανός,
  • γκρίνια

verb

1. Indicate pain, discomfort, or displeasure

  • "The students groaned when the professor got out the exam booklets"
  • "The ancient door soughed when opened"
    synonym:
  • groan
  • ,
  • moan

1. Υποδείξτε πόνο, δυσφορία ή δυσαρέσκεια

  • "Οι μαθητές συγκλόνισαν όταν ο καθηγητής βγήκε από τα βιβλιαράκια των εξετάσεων"
  • "Η αρχαία πόρτα βούτηξε όταν άνοιξε"
συνώνυμο:
  • βουανός,
  • γκρίνια

Examples of using

Tom gave a low moan.
Ο Τομ έδωσε μια χαμηλή βόγκα.