Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Mixer

/mɪksər/

noun

1. A party of people assembled to promote sociability and communal activity

    synonym:
  • sociable
  • ,
  • social
  • ,
  • mixer

1. Ένα κόμμα ανθρώπων συγκεντρώθηκε για να προωθήσει την κοινωνικότητα και την κοινοτική δραστηριότητα

συνώνυμο:
  • κοινωνικός,
  • κοινωνικός,
  • μίξερ

2. Club soda or fruit juice used to mix with alcohol

    synonym:
  • mixer

2. Σόδα ή χυμός φρούτων που χρησιμοποιείται για να αναμίξει με το αλκοόλ

συνώνυμο:
  • μίξερ

3. Electronic equipment that mixes two or more input signals to give a single output signal

    synonym:
  • mixer

3. Ηλεκτρονικός εξοπλισμός που αναμιγνύει δύο ή περισσότερα σήματα εισόδου για να δώσει ένα ενιαίο σήμα εξόδου

συνώνυμο:
  • μίξερ

4. A kitchen utensil that is used for mixing foods

    synonym:
  • mixer

4. Ένα σκεύος κουζίνας που χρησιμοποιείται για την ανάμειξη τροφίμων

συνώνυμο:
  • μίξερ