Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Mitten

/mɪtən/

noun

1. Glove that encases the thumb separately and the other four fingers together

    synonym:
  • mitten

1. Γάντι που περιβάλλει τον αντίχειρα ξεχωριστά και τα άλλα τέσσερα δάχτυλα μαζί

συνώνυμο:
  • γάντι