Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Mistaking

/mɪstekɪŋ/

noun

1. Putting the wrong interpretation on

  • "His misinterpretation of the question caused his error"
  • "There was no mistaking her meaning"
    synonym:
  • misinterpretation
  • ,
  • misunderstanding
  • ,
  • mistaking

1. Βάζοντας λάθος ερμηνεία

  • "Η παρερμηνεία της ερώτησης προκάλεσε το λάθος του"
  • "Δεν υπήρχε λάθος το νόημά της"
συνώνυμο:
  • παρερμηνεία,
  • παρεξήγηση,
  • απατώ

Examples of using

Just as all kinds of communication methods are increasing, human relationships are becoming weak. A perfect case of mistaking means for ends.
Ακριβώς όπως όλα τα είδη των μεθόδων επικοινωνίας αυξάνονται, οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται αδύναμες. Μια τέλεια περίπτωση των μέσων για τις άκρες.