Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Mishap

/mɪshæp/

noun

1. An unpredictable outcome that is unfortunate

  • "If i didn't have bad luck i wouldn't have any luck at all"
    synonym:
  • bad luck
  • ,
  • mischance
  • ,
  • mishap

1. Ένα απρόβλεπτο αποτέλεσμα που είναι ατυχές

  • "Αν δεν είχα κακή τύχη δεν θα είχα καθόλου τύχη"
συνώνυμο:
  • κακή τύχη,
  • ανακρίβεια,
  • ατυχία

2. An instance of misfortune

    synonym:
  • mishap
  • ,
  • misadventure
  • ,
  • mischance

2. Ένα παράδειγμα ατυχίας

συνώνυμο:
  • ατυχία,
  • παραβίαση,
  • ανακρίβεια