Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Miraculously

/mərækjələsli/

adverb

1. In a miraculous manner

  • "My hand grasped the gun that was, miraculously, lying on the ground beside my finger tips"
    synonym:
  • miraculously

1. Με θαυματουργό τρόπο

  • "Το χέρι μου κατάλαβε το όπλο που ήταν, θαυματουργικά, ξαπλωμένο στο έδαφος δίπλα στις άκρες των δακτύλων μου"
συνώνυμο:
  • θαυματουργικά