Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Minder

/maɪndər/

noun

1. Someone (usually in totalitarian countries) who is assigned to watch over foreign visitors

  • "I turned around and there, a few hundred feet away, was our government minder, li wong su, huffing and puffing toward us"
    synonym:
  • minder

1. Κάποιος (συνήθως σε ολοκληρωτικές χώρες) που έχει ανατεθεί να παρακολουθεί ξένους επισκέπτες

  • "Γυρίσαμε και εκεί, μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά, ήταν ο κυβερνητικός μας φροντιστής, ο λι γουόνγκ σου, που μας πλημμυρίζει"
συνώνυμο:
  • νοοτροπών

2. A person who looks after babies (usually in the person's own home) while the babys' parents are working

    synonym:
  • babyminder
  • ,
  • baby minder
  • ,
  • minder

2. Ένα άτομο που φροντίζει τα μωρά (συνήθως στο σπίτι του ατόμου) ενώ οι γονείς του μωρού εργάζονται

συνώνυμο:
  • βαβυμύτησ,
  • παιδί,
  • νοοτροπών