Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Miasma

/miæzmə/

noun

1. An unwholesome atmosphere

  • "The novel spun a miasma of death and decay"
    synonym:
  • miasma
  • ,
  • miasm

1. Μια απαίσια ατμόσφαιρα

  • "Το μυθιστόρημα περιστρέφει ένα μίασμα θανάτου και παρακμής"
συνώνυμο:
  • μίασμα,
  • μίασμα

2. Unhealthy vapors rising from the ground or other sources

  • "The miasma of the marshes"
  • "A miasma of cigar smoke"
    synonym:
  • miasma
  • ,
  • miasm

2. Ανθυγιεινοί ατμοί που αυξάνονται από το έδαφος ή άλλες πηγές

  • "Το μίασμα των βάλτων"
  • "Ένα μίασμα καπνού πούρων"
συνώνυμο:
  • μίασμα,
  • μίασμα