Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Metaphysics

/mɛtəfɪzɪks/

noun

1. The philosophical study of being and knowing

    synonym:
  • metaphysics

1. Η φιλοσοφική μελέτη της ύπαρξης και της γνώσης

συνώνυμο:
  • μεταφυσική