Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Metaphysical

/mɛtəfɪzɪkəl/

adjective

1. Pertaining to or of the nature of metaphysics

  • "Metaphysical philosophy"
    synonym:
  • metaphysical

1. Σχετικά με ή τη φύση της μεταφυσικής

  • "Μεταφυσική φιλοσοφία"
συνώνυμο:
  • μεταφυσική

2. Without material form or substance

  • "Metaphysical forces"
    synonym:
  • metaphysical

2. Χωρίς υλική μορφή ή ουσία

  • "Μεταφυσικές δυνάμεις"
συνώνυμο:
  • μεταφυσική

3. Highly abstract and overly theoretical

  • "Metaphysical reasoning"
    synonym:
  • metaphysical

3. Εξαιρετικά αφηρημένο και υπερβολικά θεωρητικό

  • "Μεταφυσική λογική"
συνώνυμο:
  • μεταφυσική