Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Messenger

/mɛsənʤər/

noun

1. A person who carries a message

    synonym:
  • messenger
  • ,
  • courier

1. Ένα άτομο που φέρει ένα μήνυμα

συνώνυμο:
  • αγγελιοφόρος,
  • ταχυμεταφορών