Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Meritorious

/mɛrətɔriəs/

adjective

1. Deserving reward or praise

  • "A lifetime of meritorious service"
  • "Meritorious conduct"
    synonym:
  • meritorious
  • ,
  • meritable

1. Αξίζει ανταμοιβή ή έπαινο

  • "Μια ζωή της αξιέπαινης υπηρεσίας"
  • "Πολύτιμη συμπεριφορά"
συνώνυμο:
  • αξιέπαινος,
  • αξιόλογη