Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Merchant

/mərʧənt/

noun

1. A businessperson engaged in retail trade

    synonym:
  • merchant
  • ,
  • merchandiser

1. Επιχειρηματίας που ασχολείται με το λιανικό εμπόριο

συνώνυμο:
  • έμπορος,
  • εμπορευματοποιητήσ

Examples of using

This man is a merchant.
Αυτός ο άνθρωπος είναι έμπορος.
One night a merchant was walking up the slope on his way home.
Ένα βράδυ ένας έμπορος περπατούσε στην πλαγιά στο δρόμο για το σπίτι του.
Mr Brown is a wool merchant.
Ο κ. Μπράουν είναι έμπορος μαλλιών.