Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Menopausal

/mɛnəpaʊzəl/

adjective

1. Of or relating to the menopause

    synonym:
  • menopausal

1. Από ή σχετίζονται με την εμμηνόπαυση

συνώνυμο:
  • εμμηνόπαυση