Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Melanin

/mɛlənən/

noun

1. Insoluble pigments that account for the color of e.g. skin and scales and feathers

    synonym:
  • melanin

1. Αδιάλυτες χρωστικές ουσίες που αντιπροσωπεύουν το χρώμα του δέρματος, π.χ. κλίμακες και φτερά

συνώνυμο:
  • μελανίνη