Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Measured

/mɛʒərd/

adjective

1. Having notes of fixed rhythmic value

    synonym:
  • mensural
  • ,
  • measured
  • ,
  • mensurable

1. Έχοντας σημειώσεις σταθερής ρυθμικής αξίας

συνώνυμο:
  • ευφυήσ,
  • μετρημένος,
  • αντιπροσωπευτικόσ

2. The rhythmic arrangement of syllables

    synonym:
  • measured
  • ,
  • metrical
  • ,
  • metric

2. Η ρυθμική διάταξη των συλλαβών

συνώνυμο:
  • μετρημένος,
  • μετρικόσ,
  • μετρικός

3. Carefully thought out in advance

  • "A calculated insult"
  • "With measured irony"
    synonym:
  • deliberate
  • ,
  • calculated
  • ,
  • measured

3. Προσεκτικά μελετημένος εκ των προτέρων

  • "Υπολογισμένη προσβολή"
  • "Με μέτρηση ειρωνείας"
συνώνυμο:
  • σκόπιμος,
  • υπολογίστηκε,
  • μετρημένος

4. Unhurried and with care and dignity

  • "Walking at the same measured pace"
  • "With all deliberate speed"
    synonym:
  • careful
  • ,
  • deliberate
  • ,
  • measured

4. Απρόσκοπτη και με φροντίδα και αξιοπρέπεια

  • "Περπατώντας με τον ίδιο μετρημένο ρυθμό"
  • "Με όλη τη σκόπιμη ταχύτητα"
συνώνυμο:
  • προσεκτικός,
  • σκόπιμος,
  • μετρημένος

Examples of using

You must have measured wrong.
Πρέπει να έχεις μετρήσει λάθος.
Judge not, that ye may not be judged, for in what judgment ye judge, ye shall be judged, and in what measure ye measure, it shall be measured to you.
Μην κρίνετε, για να μην κριθείτε, γιατί με ποια κρίση κρίνετε, θα κριθείτε, και με ποιο μέτρο μετράτε, θα μετρηθεί σε σας.
The value of a good education cannot be measured in money.
Η αξία μιας καλής εκπαίδευσης δεν μπορεί να μετρηθεί σε χρήμα.