Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Measurable

/mɛʒərəbəl/

adjective

1. Capable of being measured

  • "Measurable depths"
    synonym:
  • measurable
  • ,
  • mensurable

1. Ικανό να μετρηθεί

  • "Μετρήσιμα βάθη"
συνώνυμο:
  • μετρήσιμοσ,
  • αντιπροσωπευτικόσ

2. Of distinguished importance

  • "A measurable figure in literature"
    synonym:
  • measurable

2. Διακεκριμένης σημασίας

  • "Μετρήσιμη φιγούρα στη λογοτεχνία"
συνώνυμο:
  • μετρήσιμοσ